γνωμονικός

γνωμον-ικός, ή, όν, (
A

γνώμων 1

) judging by rule, X.Mem.4.2.10; fit to judge of, skilled in a thing,

τινός Pl.R.467c

, Iamb.Myst. 3.27.
II (

γνώμων 11.2

.a) of or concerning sun-dials,

θεωρήματα Hipparch. 1.9.8

, cf. Str.1.1.20
: -κός, , expert in sun-dials, AP14.139, Gal.5.652, Procl.Hyp.5.54: ἡ -κή (sc. τέχνη), the art of making them, Vitr.1.3. Adv.

-κῶς Str.2.1.35

.
2 forming a γνώμων (11.2. c),

τρίγωνα Iamb. in Nic.p.71

P. Adv. -κῶς ib.p.77 P.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμονικός — γνωμονικός, ή, όν (Α) [γνώμων] 1. αρμόδιος να γνωμοδοτεί για κάτι 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα ηλιακά ρολόγια 3. το θηλ. ως ουσ. γνωμονική, η (Α γνωμονική) η τέχνη τής κατασκευής γνωμόνων, ηλιακών ρολογιών …   Dictionary of Greek

  • γνωμονικός — judging by rule masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικά — γνωμονικός judging by rule neut nom/voc/acc pl γνωμονικά̱ , γνωμονικός judging by rule fem nom/voc/acc dual γνωμονικά̱ , γνωμονικός judging by rule fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικῶν — γνωμονικός judging by rule fem gen pl γνωμονικός judging by rule masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικόν — γνωμονικός judging by rule masc acc sg γνωμονικός judging by rule neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικαῖς — γνωμονικός judging by rule fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικοῖς — γνωμονικός judging by rule masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικοί — γνωμονικός judging by rule masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικοῦ — γνωμονικός judging by rule masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικούς — γνωμονικός judging by rule masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονικωτέροις — γνωμονικός judging by rule masc/neut dat comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.